Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Σημείωμα του ζωγράφου


Επισκεπτόμενος μαζί σας, αυτή την αναδρομική έκθεση έργων μου, αισθάνομαι να έχω εναποθέσει στους πίνακές μου το φοβερό παραμύθι που με τρόμαζε και με σαγήνευε κάποτε, καθώς μικρό παιδί προχωρούσα στην εφηβεία της γνώσης και της εμπειρίας αργότερα.
Κινούμενη μέσα στον χρόνο η συνείδησή μου, αποθησαύριζε εντυπώσεις, εμπειρίες, εικόνες (μεγάλωσα ανάμεσα στους μαύρους ογκόλιθους του αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας, στα μαύρα χρόνια της κατοχής). Επακόλουθα μου έδωσαν το εκφραστικό υλικό στη δουλειά μου και διαμόρφωσαν τη στάση μου απέναντι στη Ζωή και στην Τέχνη. Ψυχανεμίσματα πέρασαν στα τελάρα μου που τα έκαναν μαγικούς καθρέφτες που δείχνουν το μέλλον χωρίς φιλολογικές και ηθικές περιγραφές.
Αναπόδραστα λοιπόν την πρώτη εκείνη περίοδο, ο ζωγραφικός μου χώρος κυριαρχείται από μια μετάλλινη χρωματική υφή και από βαριές αιωρούμενες φόρμες που μεταβιβάζουν, μέσα απ' αυτόν, ένα αίσθημα αγωνίας και λανθάνουσας απειλής: για κάτι που πρόκειται να συμβεί...
Φόβος λοιπόν; Άγχος; Γιατί όχι! Σωτήριες και δημιουργικές αυτές οι κινήσεις της ψυχής, αν μπορείς να τις μετουσιώσεις σε ζωγραφικά χαρίσματα, πέρα από όποια θεματογραφία. Έτσι, με το τέλος της δεκαετίας του '70, ολοκληρώνεται θα έλεγα, μια ενότητα έργων που θα μπορούσε να έχει τον γενικό τίτλο η Απειλή.
Ο σωτήριος φόβος ακινητοποιείται, πετρώνει και μαζί του πετρώνουν η θάλασσα, τα δέντρα, τα πουλιά. Το αντικειμενικό στοιχείο στη ζωγραφική μου βρίσκει, πιστεύω, καίρια το στόχο του. Γίνεται σκληρότητα από έλλειψη συμμετοχής. Τα χρώμματα, μεταλλικά, σαν πριν λίγο να καίγανε, μα τώρα πάγωσαν μαζί με άσπρα προσκυνητάρια, σα γίγαντες αλλοτινούς που πέτρωσαν κι αυτοί. Έτσι περνάμε στην ενότητα Ο Πέτρινος Κόσμος, που διαρκεί όλη τη δεκαετία του '80 και καθορίζει τον εκφραστικό μου χώρο και τον εντάσσει μέσα στο σύγχρονο ρεύμα του υπερρεαλισμού.
Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι αυτό το πέτρωμα μπορεί να οφείλει περισσότερα σ' εκείνους τους οχυρωματικούς ογκόλιθους των κυκλώπειων τειχών της Τίρυνθας, ή ακόμα, στον κρυμμένο γλύπτη μέσα μου, παρά σε μια, δήθεν, κοινωνική ή οικολογική κριτική. Καμιά τέτοια διάθεση και κανένα μήνυμα δεν ήταν ποτέ στις προθέσεις μου, ενσυνείδητα τουλάχιστον.
Τα επόμενα έργα, από την αρχή της δεκαετίας του '90, αφήνουν τον πέτρινο κόσμο και ανοίγουν στοχαστικά και ήσυχα, με ακόμα πιο αραιωμένα υλικά, περιορισμένη κλίμακα χρωμάτων και χαμηλούς τόνους, τη μεγάλη νεοκλασσική πόρτα προς την ασάφεια, το μόρφωμα, μέσα σε χώρους μουσειακούς, δοσμένους με σατανική ακρίβεια γραμμικού αρχιτεκτονικού σχεδίου, παραπέμποντας σε αρχαίες αξονικές εποχές, που συμπλέκονται με σύγχρονες μορφές, όχι βέβαια για να αναμετρηθούν με αυτές, αλλά για να μας θυμίζουν πως ο πολιτισμός προχωρεί με βήματα μικρά ή μεγάλα, που το καθένα τους, όμως, πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμο του προηγούμενου.
Όλος αυτός ο Σιωπηλός Κόσμος συγκροτεί την τρίτη ενότητα της εργογραφίας μου που μου έδωσε την ευκαιρία να σκύψω στην άλλη μου αγάπη: το αρχιτεκτονικό γραμμικό σχέδιο. Αναρωτιέμαι αν πίσω από αυτό, μαζί με τον κρυπτογλύπτη, λανθάνει κι ένας χαράκτης.
Στη συνέχεια αυτής της 40χρονης πορείας κουρασμένος, ίσως, από την αυστηρή, την ψιμυθισμένη γραφή που μας έρχεται από την ένδοξη εποχή του σουρρεαλισμού, και αφού έχω διατηρήσει το δικαίωμα μιας εκφραστικής ελευθερίας χωρίς αναστολές, τολμώ, κατά τα μέσα της δεκαετίας του '90, να κάνω μια αποφασιστική στροφή προς τη μεγάλη παράδοση της Δυτικής Τέχνης, για την οποία η απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής κατέχει την ανώτατη θέση: το γυμνό σώμα δείχνει το ιδεώδες του ανθρώπου. Μέχρι τότε έβλεπα τον άνθρωπο από απόσταση, μέσ από μια γενίκευση, αλλά και το πνεύμα των μύθων που περιγράφουν γενικούς συνειρμούς. Τώρα τον διασπώ και τον πλησιάζω ως άτομο στην συνηθισμένη καθημερινότητα του, διαβάζω τη δική του ιστορία και γραφω την ιδιωτική του παρουσία. Με την έννοια των παραπάνω η ενότητα αυτή θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο Σωματογραφίες.
Τέλος ακολουθούν οι Ανδριάντες. Μια ενότητα που θέλει τις μορφές στημένες πάνω σε βάθρα. Έχει λεχθεί οτι η Τέχνη είναι αδιάφορη, ουδέτερη και συχνά ειρωνική. Το έργο Τέχνης ως δημιουργία αυτάρκης και αρμονικά περίκλειστη, προσφέρει μια σχέση νόμιμη με το αβέβαιο, το προβληματικό, αλλά και μια έλλειψη αρμονίας με τους τωρινούς κοινωνικούς όρους μας. Και εδώ είναι η αμφισβήτηση: μπορούμε να παίρνουμε στα σοβαρά όλες τις ιδέες και όλες τις αξίες που είχαμε, με τη σοφία μας, καθιερώσει και ανεβάσει σε βάθρα; Θα' θελα να μπορούσα να απαντήσω με αυτά τα αγάλματα, με το ειδικό του βάρος το καθένα, που το κεφάλι τους, το κέντρο των αποφάσεων, είναι σχεδόν αόρατο, αλλού μόλις αχνοφαίνεται μια γραμμούλα περιγραφική και αλλού είναι κομμένο στη μέση...
Σ' αυτή την απαρχή ενός μεγάλου ονείρου, καλώ απλά τον θεατή να γίνει συνδημιουργός με το να τελειώσει το έργο μέσα του και μόνος του.


Βασίλης Κελαϊδής


                                                                              *    *    *